Εγκωμίτης: "Αν έπαιζα ένα παιχνίδι ακόμα θα ήταν σίγουρα το ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός"

Ο Γιώτης Εγκωμίτης δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ τον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας. Η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας μέσα στην Αθήνα με αντίπαλο τον Ολυμπιακό το 2001, είναι η πιο έντονη στιγμή από την εξάχρονη παρουσία του στον ΠΑΟΚ, που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό του.

Η απάντηση του 49χρονου, σήμερα, Κύπριου στην ερώτηση «ποιο ματς θα ήθελες να ξαναπαίξεις», έρχεται πολύ εύκολα και γρήγορα: «Αν ήθελα να ξαναπαίξω ένα παιχνίδι , αυτό θα ήταν το ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός». Τελεία και παύλα.

Στις 12 Μαΐου του 2001 ο ΠΑΟΚ επέστρεφε στη Νέα Φιλαδέλφεια, ύστερα από είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια, για έναν τελικό κυπέλλου. Το 1974 απέναντι στον Ολυμπιακό είχε κατακτήσει το τρόπαιο για δεύτερη φορά στην ιστορία του. Και τις δύο φορές οι «ερυθρόλευκοι», ήδη, ήταν εστεμμένοι πρωταθλητές Ελλάδας και αναζητούσαν το νταμπλ.

Και τις δύο φορές ο ΠΑΟΚ τους χάλασε τα σχέδια.

Ο ήρωας και MVP του τελικού για τον «Δικέφαλο», που έφτασε με άνεση στο άκρως εντυπωσιακό 4-2 επί των Πειραιωτών, είχε ονοματεπώνυμο, λεγόταν Γιώτης Εγκωμίτης.

Ήταν η βραδιά του. Ενα γκολ (το πρώτο μόλις στο 4ο λεπτό), μια ασίστ στο 85’ όταν πέρασε όλη την «ερυθρόλευκη» άμυνα και «σέρβιρε» στον Ναλιτζή για το 4-1, ε δεν ήθελε και πολύ σκέψη για το ποιος ήταν ο πολυτιμότερος παίκτης εκείνης της βραδιάς.«Ηταν μια προσωπική δικαίωση για μένα. Στην πρώτη μου χρονιά ήρθε ένας τίτλος, ένα κύπελλο που ο ΠΑΟΚ είχε τόσα πολλά χρόνια να πανηγυρίσει. Μια δικαίωση για τον προπονητή (σ.σ. Μπάγεβιτς) που πίστεψε και με έφερε από την Κύπρο, για όσους με πίστεψαν και μου έδωσαν την ευκαιρία να φορέσω τη φανέλα του ΠΑΟΚ», λέει ο MVP του τελικού. 

Πίσω στο 2000, ο ΠΑΟΚ ζούσε τις τελευταίες μέρες από τη «χρυσή εποχή» του Γιώργου Μπατατούδη. Μια εποχή με πολλές συγκινήσεις στον κόσμο και στους ρεπόρτερ του «Δικεφάλου», που έβλεπαν τα εκατομμύρια να… χοροπηδούν μπροστά τους. Ο «Μπάτμαν», που καταστράφηκε από την εμπλοκή του στο μπάσκετ, έφτασε να ονειρεύεται τον ΠΑΟΚ International (θα έδινε αγώνες στην Ευρώπη ως περιοδεύων θίασος) για να μπορέσει να βολέψει τους χρυσοπληρωμένους παικταράδες, που ήθελε να φέρει στην ομάδα.

Από το Μάρτιο του 2000 ο «Δικέφαλος» κοιτούσε τις περιπτώσεις των Οκκά-Εγκωμίτη. Ο Ντούσαν Μπάγεβιτς τους είχε βάλει στο μάτι απ’ την εποχή που είχε παίξει ο Ολυμπιακός με την Ανόρθωση, έστειλε στην Κύπρο τον στενό του συνεργάτη, Μελέτη Περσία, για να τους παρακολουθήσει από κοντά και ένα μήνα αργότερα ολοκληρωνόταν το «deal».

Το θυμάμαι σαν τώρα, τη μέρα που ο μπασκετικός Παναθηναϊκός στεφόταν πρωταθλητής Ευρώπης στη Θεσσαλονίκη, ο ΠΑΟΚαποκτούσε στην Αθήνα, τον Γιαννάκη Οκκά και τον Γιώτη Εγκωμίτη. Η Ανόρθωση «ζεστάθηκε» με το αστρονομικό ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών (3 εκ. δολάρια για την ακρίβεια) για την «2 σε 1» παραχώρηση των ποδοσφαιριστών της. Λέγεται πως ο Μπατατούδης είχε συμφωνήσει με τον τότε πρόεδρος της κυπριακής ομάδας, Κίκη Κωνσταντίνου, για συνεργασία και παροχή συνδρομητών στο επίπεδο της ψηφιακής πλατφόρμας της Intersat, που είχε στήσει ο πρόεδρος του «Δικεφάλου». Απίστευτα κι όμως αληθινά…

Το κόστος της μεταγραφής προκάλεσε αρκετό θόρυβο στα «ασπρόμαυρα» στέκια της εποχής. Ο κόσμος και ο Τύπος είχε αμφιβολίες για τους δύο Κύπριους ποδοσφαιριστές, το ήξεραν και οι ίδιοι, «ήμουν 28 χρονών, παντρεμένος, είχα δύο παιδιά, μου ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσω τι θέλω, έλεγα “που να σηκωθώ να φύγω;”, τελικά μίλησα με τη γυναίκα μου και έτσι πήγα στον ΠΑΟΚ», θυμάται ο Γιώτης Εγκωμίτης. Τότε έμοιαζαν όλα ιδανικά και όμορφα, «ό,τι τους ζητήσαμε, του δεχτήκανε», απλώς μέσα σε ελάχιστους μήνες άρχισαν τα… όργανα και οι μη πληρωμές, κάπως έτσι το 2002 έφτασε να διεκδικεί τα χρήματα του μέσω των δικαστηρίων και ήταν μια ανάσα από την προσφυγή στη FIFA, αλλά δεν αποχωρίστηκε από την Τούμπα. «Είχα υπογράψει πενταετές συμβόλαιο, τελικά έμεινα και έπαιξα άλλον έναν χρόνο, μου άρεσε όλο αυτό που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα σε μένα, την ομάδα και τον κόσμο, δέθηκα με τον ΠΑΟΚ και πάντα θα τον έχω στην καρδιά μου».

Τις ημέρες πριν από τον τελικό οι ποδοσφαιριστές είχαν προχωρήσει σε απεργίες και αποχή από τις προπονήσεις. Ο ιδιοκτήτης «σφύριζε αδιάφορα» μπροστά στην «καταιγίδα», είχε αφήσει τον Πέτρο Καλαφάτη να «βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά» και μόνο ο κόσμος του «Δικεφάλου» ήταν εκεί, δίπλα στην ομάδα και πίστευε ότι μπορεί να φέρει την κούπα στον Λευκό Πύργο.

«Ολόκληρη η χρονιά ήταν δύσκολη, λόγω των πολλών  οικονομικών προβλημάτων, που λογικό ήταν να επηρεάζουν έως ένα βαθμό την ομάδα. Οι ποδοσφαιριστές κάναμε κάποιες κινήσεις περισσότερο για να ταρακουνηθεί ο μεγαλομέτοχος και τελικά όλο αυτό το κλίμα λειτούργησε υπέρ μας. Αποκτήσαμε ένα έξτρα κίνητρο. Βλέπαμε τον τελικό ως μια ευκαιρία να αποδείξουμε το ποιοι είμαστε. Παίζαμε σ’ ένα ματς τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς και εκείνο το κύπελλο ήταν στον κόσμο του ΠΑΟΚ, που από την πρώτη στιγμή ήταν δίπλα. Κι όλοι ξέρουν τι σημαίνει να έχεις τον κόσμο του ΠΑΟΚ στο πλευρό σου», θυμάται σαν τώρα ο πρώην άσος του «Δικεφάλου».

Μπορεί να μην πρόλαβε την εποχή του Ιβάν Σαββίδη«που έλυσε όλα τα οικονομικά προβλήματα από τη μέρα που ανέλαβε την ομάδα», αλλά δεν είναι αγνώμων γι’ αυτό κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία δοξάζει «το Θεό που αγωνίστηκα στον ΠΑΟΚ»! 

Το μοναδικό παράπονό του είναι ένα: «Δεν μπόρεσα να πανηγυρίσω ένα Πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ», λέει. «Εκείνη η ομάδα στις αρχές της δεκαετίας του 2000 έδειχνε ότι με μια-δύο προσθήκες μπορούσε να κατακτήσει το Πρωτάθλημα, όμως μέσα σε δύο χρόνια διαλύθηκε. Έφυγαν όλοι σχεδόν οι βασικοί ποδοσφαιριστές, η ομάδα αποδυναμώθηκε και την ίδια στιγμή δυνάμωναν οι βασικοί ανταγωνιστές μας».

«Δεν ήμουν 100% έτοιμος στον τελικό»

Ο Εγκωμίτης έμεινε έξι χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Κατέγραψε 113 συμμετοχές και πέτυχε 13 γκολ με την «ασπρόμαυρη» φανέλα, κατέκτησε δύο κύπελλα (2001, 2003), αλλά οι πολλοί τραυματισμοί στάθηκαν η αιτία να μείνει για μεγάλα διαστήματα εκτός δράσης. «Είχα ένα τραυματισμό και στην προσπάθεια να τον ξεπεράσω πιέστηκα πάρα πολύ για να είμαι έτοιμος με συνέπεια να βγάζω συνεχόμενα προβλήματα σε διαφορετικά σημεία. Όταν επισκέφθηκα τον γιατρό της Μπάγερν, μου είπε ότι είχα πρόβλημα στη μέση και αυτό μου δημιουργούσε πρόβλημα στα πόδια. Ευτυχώς το ξεπέρασα και γύρω στον Νοέμβριο-Δεκέμβριο της πρώτης χρονιάς, μετά από έναν τραυματισμό του Βασίλη Μπορμπόκη, άρπαξα την ευκαιρία, μπήκα στην ενδεκάδα και μέχρι το τέλος έδωσα τα πάντα για τον ΠΑΟΚ».

Δεν προκαλεί, λοιπόν, καμία έκπληξη το γεγονός ότι στον τελικό του 2001 αγωνίστηκε τραυματίας. Με μία διπλή προπόνηση, το πρωί της παραμονής στο γήπεδο του Πανιωνίου και το απόγευμα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τις δέκα προηγούμενες ημέρες δεν πατούσε καν το πόδι του. Με το που τελείωσε το πρόγραμμα της τελευταίας προπόνησης, ο τότε γιατρός της ομάδας, Γιώργος Οικονομίδης, τον εξέτασε και έδωσε το «ΟΚ» για την συμμετοχή του, όμως θα έπρεπε να πεισθεί και ο Ντούσαν Μπάγεβιτς.

Ο Κύπριος μαζί με το γιατρό πλησίασαν τον «Ντούσκο» και του εξήγησαν ότι θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει από την αρχή. «Το πολύ πολύ να έχει κάποιες ενοχλήσεις», είπε ο γιατρός, ο Μπάγεβιτς έγνεψε καταφατικά το κεφάλι και ο Εγκωμίτης, όχι μόνο ξεκίνησε στον τελικό, αλλά… πετούσε!

«Δεν ήμουν 100% έτοιμος και η απόφαση θυμάμαι πάρθηκε την τελευταία στιγμή, λίγο πριν ο προπονητής ανακοινώσει την ενδεκάδα. Με το γιατρό ήμασταν σίγουροι ότι θα άντεχα να βγάλω 60-70 λεπτά, τελικά πήραμε το ρίσκο και έτσι έπαιξα απ’ την αρχή ως το τέλος. Μπαίνοντας στο γήπεδο ξαφνιαστήκαμε ευχάριστα βλέποντας την κερκίδα των φίλων του ΠΑΟΚ, να είναι κατάμεστη, ο ένας πάνω στον άλλο. Παρατηρούσα την ώρα της προθέρμανσης ότι δεν χωρούσε να μπει άλλος στην κερκίδα. Αυτή η εικόνα, που την έχω και τώρα “ζωντανή” μπροστά μου, τόνωσε όλους τους ποδοσφαιριστές. Όλα μας δώσαμε το 100% και παραπάνω για να φτάσουμε στην κατάκτηση του κυπέλλου», εξηγεί ο άνθρωπος που έβαλε τον «Δικέφαλο» από το 4ο λεπτό του τελικού μπροστά στο σκορ, με μια βολίδα έξω από τη μεγάλη περιοχή, που άφησε άναυδο τον Δημήτρη Ελευθερόπουλο.

«Το γρήγορο γκολ μας έδωσε μια καλή ψυχολογία, μας έβαλε κυριολεκτικά φτερά στα πόδια. Και τα 90 ήμασταν οι καλύτεροι μέσα στο γήπεδο απέναντι σ’ έναν πανίσχυρο Ολυμπιακό, που μας απείλησε σε μια δύο περιπτώσεις, θυμάμαι μια ευκαιρία του Γιαννακόπουλου, αλλά μετά και το 0-2, εμείς ήμασταν αυτοί που χάσαμε ένα τσουβάλι ευκαιρίες και πετύχαμε ακόμα δύο γκολ».

Αφήνοντας την Ελλάδα και τον ΠΑΟΚ, μετά από έξι χρόνια, ο Γιώτης Εγκωμίτης επέστρεψε στην Κύπρο και έκλεισε την καριέρα του στο Δασάκι και στον αγαπημένο του Εθνικό Άχνας, την πρώτη και παντοτινή αγάπη του.

Ήταν 13 ετών όταν ξεκίνησε να παίζει μπάλα στον Εθνικό, σε ηλικία 18 ετών έκανε ντεμπούτο στη μεγάλη κατηγορία, έφτασε να παίξει 45 φορές (7 γκολ) με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Κύπρου. Αποτέλεσε «μήλον της έριδος» για Ανόρθωση και Ομόνοια, οφείλει πολλά στον συγχωρεμένο Ντούσαν Μιτόσεβιτς«ήταν αυτός που μου έμαθε να παίζω τη θέση του δεξιού μπακ», αγωνίστηκε μέχρι και ως «δεκάρι» για να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά παπούτσια το 2009.

Ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετώπισε στα γήπεδα και μετά το τέλος της καριέρας του αποφάσισε να γίνει προπονητής. Η πρώτη ομάδα που ανέλαβε την άνοιξη του 2017 ήταν ο Εθνικός Άχνας, πέρασε από το προπονητικό τιμ της Ανόρθωσης, ενώ σήμερα βρίσκεται στο πλευρό του Νίκου Κωστένογλου ως βοηθός του στην εθνική ομάδα της Κύπρου. Ο έτερος Κύπριος του ΠΑΟΚ, ο Γιάννης Οκκάς, είναι προπονητής στην εθνική Ελπίδων, ενώ το μεγάλο του όνειρο είναι να δει το γιο του να κάνει καριέρα εφάμιλλη με τη δική του.

Το μήλο λένε πέφτει κάτω από τη μηλιά και ο Θεόδωρος Εγκωμίτης δε θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Βαδίζει στα χνάρια του πατέρα του παίζοντας μπάλα μικρές ομάδες του Εθνικού Άχνας.

Πηγή: gazzetta

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια